Ταξίδι στ’ όνειρο

Με αφορμή την επέτειο του θρυλικού 8-2, το GreenZone επαναδημοσιεύει το «ταξίδι στ’ όνειρο» του Ar1stot3li…

Ταξίδι στ' όνειρο

«Ρε ψηλέ, πάμε σπίτι σου λέω, είμαι λιώμα, το πρωί δουλεύω μεταφορική, δε με λυπάσαι;»

«Πάμε να κάνουμε μια γύρα από το γήπεδο, για να κάνουμε γλυκό ύπνο μετά, και αύριο στο πληρώνω εγώ το μεροκάματο. Επέτειο έχουμε απόψε, 8 γκολ είναι αυτά, έλα, μην το σκέφτεσαι καν».

Ή ώρα είχε ήδη πάει 04.15 και η κίνηση ήταν αραιή στην Αλεξάνδρας. Ένα απορριματοφόρο στο απέναντι ρεύμα διασπούσε την ησυχία της περιοχής, ενώ στα προσφυγικά έκλεινε και το τελευταίο αναμμένο φως.

Ο Δημήτρης κι ο Άγγελος, δυο παιδικοί φίλοι από τον Ερυθρό, που γνωρίστηκαν πριν αρκετά χρόνια στα σκαλιά της 13 είχαν ήδη πάρει το δρόμο της επιστροφής από το μπαράκι της Πανόρμου που πήγαιναν συχνά, κυρίως μετά από νικηφόρους αγώνες, εντός ή εκτός γηπέδων.

Αλλά για το δρόμο προς το σπίτι θα έκαναν μία παράκαμψη εκείνο το κρύο βράδυ της 3ης Φεβρουαρίου.

Στο γήπεδο «Απόστολος Νικολαίδης»…


«Ρε Μήτσο, πήγαινε μόνος σου τη γύρα, εγώ δε βλέπω μπροστά μου,εδώ καλά καλά δε με βλέπω ούτε μέχρι το σπίτι να φτάνω. Και δεν έχω ούτα φράγκα για ταξί».

«Άγγελε, κάνε άλλη μια υπέρβαση απόψε και μη μασάς, εδώ δεν κώλωσες στην Τούμπα το ’89 που μας είχαν περικυκλώσει 150 παόκια, τώρα σε έπιασε να λακίσεις;
Έλα, θα περπατήσουμε μια φορά όλο το γήπεδο γύρω-γύρω, να δούμε και τα νέα γκράφιτι ρε, και σπίτι θα σε πάω εγώ μετά, στους ώμους θα σε πάρω. Αλλά έτσι κι αλλιώς το δικό μας σπίτι εδώ είναι».

«Καλά ρε, αλλά θα το θυμάμαι αυτό που μου κάνεις απόψε!».

Πάτησαν το πεζοδρόμιο της 5 και άρχισαν να περπατούν προς το πέταλο που κοιτούσε το Λυκαβηττό.
Κοιτώντας την τεράστια φωτογραφία του Λινοξυλάκη, είχαν την αίσθηση πως τους έκλεισε συμβολικά το μάτι. Κανένας όμως δεν είπε τίποτε στον άλλον, έτσι κι αλλιώς η μπύρα έρεε ήδη άφθονη στο αίμα και των δυο και μπορούσαν να δουν οτιδήποτε πλέον.

Έχοντας πλέον φτάσει στην 3 είδαν έναν μεσόκοπο κύριο με καπαρντίνα και καβουράκι να έρχεται προς το μέρος τους. Τους έκανε εντύπωση πως παρά το προχωρημένο της ώρας ο κύριος ήταν ντυμένος στην τρίχα. «Καβουράκι στο 2012;», απόρησαν και οι δύο, «ξαναγύρισε στη μόδα ή είμαστε κουρούμπελο και οι δυο;» είπαν μεταξύ τους.

«Καλησπέρα παιδιά», τους έγνεψε.
«Καλησπέρα»,απάντησαν, κάπως φοβισμένα.
«Ρίξτε ένα χεράκι παιδιά να ανοίξω τη σιδερένια πόρτα, εγώ πάντως την εισήγηση μου στον κο Παπάζογλου την έκανα, η πόρτα αυτή είναι παλιά και με ταλαιπωρεί στο άνοιγμα. 24 ετών πόρτα, από τότε που κατασκευάστηκε το γήπεδο την έχουμε…»

Οι δύο φίλοι άρχισαν να κοιτάζονται. «Τρελός είναι αυτός ρε Άγγελε;», ψιθύρισε ο Δημήτρης στο φίλο του, «για ρώτα τον ποιος είναι και τι θέλει».

«Ποιος είστε κύριε;»

«Να σας συστηθώ, Άντώνης Βρεττός, ο διευθυντής του γηπέδου, αν δε με έχετε ακούσει. Εντάξει, δεν είμαι τόσο δημοφιλής όσο ο άλλος Αντώνης, ο Μηγιάκης, ούτε καλό φουτ-μπωλ ξέρω…Προσπαθώ να ανοίξω την πόρτα γιατί πρέπει να μπω μέσα, και πρέπει να κάνω την καθιερωμένη έπαρση σημαίας, ωχ και άργησα σήμερα, μήπως έχετε ώρα;». Ο Άγγελος κοίταξε το ρολόι του.

«Τέσσερις και δεκατρία λεπτά».

Oι δυο φίλοι, με ανοιχτό το στόμα κοιτάζονται και πριν προλάβουν να συνειδητοποιήσουν αυτό που άκουσαν, ο κύριος είχε ήδη εξαφανιστεί. Η πόρτα όμως είχε ανοίξει…

«Ρε Μήτσο, μήπως βλέπουμε κανένα όνειρο;».
«Λες; Πάντως εφιάλτης δεν είναι σίγουρα».

Πλέον το γήπεδο της Λεωφόρου είχε ανοίξει και τους περίμενε. Ένας ζεστός άνεμος διαπέρασε τα σώματα τους, παρόλο που ήταν Φλεβάρης και το κρύο εκείνη την ώρα ήταν τσουχτερό. Και ξαφνικά ακούγεται ένα σφύριγμα, σε ένα γνώριμο τους σκοπό, το οποίο όλο και δυνάμωνε. Και πριν προλάβουν να βγάλουν άχνα, ο ήλιος είχε ήδη βγει και ήταν καυτός. Τώρα πλέον είχαν περπατήσει μέχρι το τέλος του διαδρόμου και τι να δουν;

Τα δυο πέταλα είχαν εξαφανιστεί και η απέναντι σκεπαστή εξέδρα ήταν γεμάτη κόσμο που ήταν όρθιος και χειροκροτούσε.

«Αν είναι όνειρο μη με ξυπνήσεις», είπε ο Άγγελος και ο Δημήτρης του απάντησε «Aγώνα έχει;»
«Έτσι φαίνεται»
«Κι αν έχει αγώνα πως θα μπούμε χωρίς εισιτήριο;»
«Τα εισιτήρια σας παρακαλώ κύριοι! Το παιχνίδι ξεκινάει σε 1 λεπτό!»
Ένας κύριος με λευκό πουκάμισο το οποίο καλυπτόταν από ένα μαύρο λινό γιλέκο, τιράντες και καφέ καπέλο τους πλησίασε.
«Πού πουλάνε εισιτήρια κύριε, δεν έχουμε αγοράσει», τον ρώτησε ο Δημήτρης.
«Αυτά εκεί που κρατάτε τι είναι; Καταλαβαίνω, σας έχει χτυπήσει ο ήλιος κατακέφαλα, μπήκε ο Ιούνης και μας έφερε καύσωνα. Έχετε και αγωνία να υποθέσω… Κι εγώ τζάμπα δουλεύω, δεν είχα χρήματα για εισιτήριο, την ομάδα του Μεσσάρη όμως δεν τη χάνω, ο κόσμος να χαλάσει!»

Λόγια δεν έβγαιναν από το στόμα τους πλέον.
Στα χέρια τους όμως ως δια μαγείας προεξείχαν δύο κίτρινα εισιτήρια, τα οποία ο κύριος τους έσκισε στην άκρη.
«Περάστε παιδιά! Αλήθεια, δε μου είπατε, Αθηναίοι ή Πειραιείς είστε;
«Αθηναίοι»
«Γκάγκαροι;»
O Άγγελος γνώριζε πως «γκάγκαρος» σημαίνει «αυθεντικός Αθηναίος, γέννημα θρέμμα».
«Ναι, γκάγκαροι!»
«Από ποια συνοικία;»
«Από τον Ερυθρ…εεε, από το Θησείο! Και εμείς είμαστε με την ομάδα του Μεσσάρη»!
«Μπράβο παιδιά! Περάστε λοιπόν, πάρτε και μια λεμονάδα από το φίλο μου εκεί κάτω, τον κυρ-Παναγή και πείτε του ότι είναι από τον Θανάση το Νίκαινα, ξέρει αυτός, δε θα πληρώσετε ούτε τρύπιο δεκαράκι! Άντε, με τη νίκη! Πρέπει να τους δείξουμε ότι οι Ανδριανοπουλαίοι δεν πιάνουν μια μπροστά στον Μεσσάρη, στον Συμεωνίδη, στον Πιερράκο και στον Υποφάντη! Έφεραν και φέρετρο να μας κηδέψουν, αλλά εγώ έχω μια προαίσθηση πως τη σημερινή ημέρα θα τη διηγούμαι και στα εγγόνια μου!».

Οι δυο φίλοι πήραν τη θέση τους στις εξέδρες του γηπέδου. Το γήπεδο είχε πάνω από δέκα χιλιάδες κόσμο, παρόλο που φαινομενικά χωρούσε πολύ λιγότερους. Μέγα πλήθος, μέγα πάθος! Η ζέστη αποπνικτική και οι περισσότεροι θεατές είχαν ήδη βγάλει τα σακάκια τους. Πολλοί συνοδεύονταν κι από τις «μαντμαζέλες τους», οι οποίες ήταν πιο ενθουσιώδεις κι από τους ίδιους.

Η μοναδική κενή θέση ήταν αυτή που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στον Άγγελο.

Την ίδια στιγμή οι περισσότεροι που κάθονταν κοντά τους σηκώθηκαν όρθιοι, βγάζοντας το καπέλο τους, σα να ήθελαν να χαιρετήσουν κάποια σημαντική παρουσία. Όσοι έκλειναν τη δίοδο παραμέρισαν, μέχρι που από τα αμέτρητα καπέλα που υπήρχαν γύρω-γύρω άρχισε να ξεπροβάλλει μια φιγούρα ενός ψηλού κυρίου, που κατέβαινε τα σκαλιά για να καθίσει στη θέση του.

«Ο κύριος Απόστολος!», ψιθύρισε ο μπροστινός τους στην κυρία με το πράσινο φόρεμα που καθόταν δίπλα του.

Ο κύριος κάθισε τελικά στη θέση που ήταν κενή, δίπλα στον Άγγελο, ενώ παράλληλα όλη η κερκίδα τον κοιτούσε με δέος.

Ο Δημήτρης κι ο Άγγελος τον αναγνώρισαν αμέσως. Δεν είχε τύχει να τον γνωρίσουν ποτέ τον εν λόγω κύριο, καίτοι είχαν προλάβει τον Παναθηναικό των 70’s. Ήταν η μεγάλη τους ευκαιρία να του πουν μια κουβέντα, ίσως να μην ξαναείχαν ποτέ τη ευκαιρία να το κάνουν.

«Καλησπέρα σας κύριε Νικολαίδη», ο Άγγελος, λιγότερο «ψαρωμένος» από τον Δημήτρη, αποφάσισε να σπάσει τον πάγο.
«Καλησπέρα σας κύριοι!», τους απάντησε ο «πατριάρχης».
«Πώς το βλέπετε το παιχνίδι σήμερα, θα κερδίσουμε τον Ολυμπιακό;» αυτή τη φορά ήταν σειρά του Δημήτρη να πει κι αυτός κάτι.
«Κοιτάξτε κύριοι, ο Ολυμπιακός έχει ισχυρήν ομάδαν, αν όμως μπορέσωμεν και αναχαιτίσωμεν την επιθετικήν του πεντάδα και βρεθεί σε καλή μέρα ο Πιερράκος, τότε θα εξέλθωμεν νικηταί. Εσάς, πρώτην φοράν σας βλέπω στο γήπεδο. Είστε φίλαθλοι του Ομίλου μας;»
«Bεβαίως!»
«Παρακολουθείτε όλες τις αθλητικές εκδηλώσεις του συλλόγου;»
«Σχεδόν πάντα!»
«Τότε έχω να σας δώσω κάτι. Το έγραψε ο κύριος Παπάζογλου και θέλω να το κρατήσετε».
Το παιχνίδι είχε ήδη ξεκινήσει, αλλά οι δυο φίλοι μπήκαν στον πειρασμό να διαβάσουν την επιστολή που τους έδωσεν ο Νικολαίδης, η οποία έγραφε τα εξής:

Επιστολή
Ο Δημήτρης έβαλε την επιστολή στην τσέπη του και έκλεισε το φερμουάρ. Δε γινόταν να χαθεί αυτό το κειμήλιο! «Να γνωρίζετε κύριοι, πως ανωτέρα σημασίαν δεν έχει το χαρτί αυτό καθαυτό, αλλά αυτό το οποίον γράφει το χαρτί. Διαβάστε το προσεκτικά και προωθήστε το εκεί που πρέπει, ώστε να γίνει κάποτε πραγματικότητα το όραμα που αυτή τη στιγμή επιθυμώ να μοιραστώ μαζί σας. Να μεγαλουργήσει ο Παναθηναικός σε κάθε εκδήλωση αθλητισμού, να καταστεί Πρωταθλητής όχι μόνο στην ποδοσφαίριση, αλλά και στην καλαθόσφαιραν, στον αθλητισμόν στίβου, στην κολύμβησιν, στο βόλλευ-μπωλ, στην οπλομαχίαν, στην πυγμαχίαν, παντού…»

Το παιχνίδι έφτανε στο τέλος του κι ένα μεγάλο πανηγύρι είχε ήδη στηθεί στην εξέδρα. Οι άσσοι με τις πράσινες φανέλες με τις οριζόντιες λευκές ρίγες και το ραμμένο τριφύλλι στο μέρος της καρδιάς είχαν ήδη πετύχει το όγδοο τους τέρμα και αυτό ήταν το έναυσμα για τους οι Αθηναίους να ξεκινήσουν τα σκωπτικά τραγούδια και τα αυτοσχέδια τετράστιχα.

Και μόλις ο Ιταλός διαιτητής σφύριζε τη λήξη, όλοι οι Παναθηναικοί, βγαίνοντας από το γήπεδο άρχισαν να τραγουδούν«έγινε ένα ματς το δείλι, που ήταν όλο μεγαλείο, κι εδοξάσθη το τριφύλλι, με οκτώ-δύο» και «σέντερ φορ Μηγιάκης, χαφ Ανδρίτσος-Υποφάντης, ε βρε κοσμάκη κουτέ, τέτοια ομάδα δεν είδες ποτέ, να έχη τέτοια χάρι και αρχηγό Μεσσάρη»…Μαζί τους και γεμάτοι χαρά και ενθουσιασμό βγήκαν και οι δυο φίλοι. Είχαν μόλις απολαύσει το Μεσσάρη από κοντά, να «ερωτοτροπεί» με τη στρογγυλή θεά. Δεν ήθελαν κάτι άλλο πλέον. Σαραβάκο, Βαζέχα, Σισσέ, Ζάετς, Ρότσα, ακόμα και Δομάζο, που τον πρόλαβαν στα τελευταία του, είχαν ήδη δει. Μεσσάρη όμως όχι.Παίρνοντας τη σειρά τους στο διάδρομο που οδηγούσε στην έξοδο, το πλήθος έρχισε να αραιώνει και ο ήλιος να χάνεται. Ένας κρύος αυτή τη φορά αέρας τους διαπέρασε τα ρούχα και το απορριματοφόρο που βρισκόταν απέναντι, την ώρα που έμπαιναν, συνέχιζε τη δουλειά του. Το μισοφέγγαρο πήρε τη θέση του ξανά στο σκοτεινό αυτή τη φορά ουρανό και η πόρτα του γηπέδου ήταν πλέον ερμητικά κλειστή.

Οι δυο φίλοι βρίσκονταν εκεί που βρίσκονταν και πριν. Σα να μην πέρασε ούτε δευτερόλεπτο.
Ο Άγγελος κοίταξε το ρολόι του. Τέσσερεις και δεκατρία λεπτά…
Ο Δημήτρης άνοιξε το φερμουάρ της τσέπης του. Το χαρτί έλειπε…

Τα αποδεικτικά στοιχεία πως πριν λίγο έζησαν μία ιστορική μέρα για τον Παναθηναικό, που συνέβη στο ίδιο μέρος πριν από 82 χρόνια ολόκληρα, είχαν χαθεί.
Τα λόγια όμως του Νικολαίδη θα ζούσαν ενίοτε για πάντα μέσα τους…
Και θα τα πρέσβευαν, όπως και όποτε μπορούσαν.

ΥΓ.

  • Ο Αντώνης Βρεττός ήταν διευθυντής του γηπέδου της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και αυτός που ύψωσε για πρώτη φορά την ελληνική σημαία στην Αθήνα, τέσσερεις ημέρες πριν την απελευθέρωση, στις 8 Οκτωβρίου 1944.
  • Ο Θανάσης Νίκαινας ήταν επιστάτης του γηπέδου της Λεωφόρου για πολλά χρόνια και ένας αφανής «εργάτης» του συλλόγου.
  • Ο Απόστολος Νικολαίδης ήταν ιστορικός ηγέτης του Παναθηναικού για πολλές δεκαετίες, και ο άνθρωπος που πήρε τον Παναθηναικό από ποδοσφαιρικό όμιλο και τον μετέτρεψε σε «Πρωταθλητή σ’ όλα τα σπορ»…
  • Ο Άγγελος Μεσσάρης ήταν ο μεγαλύτερος προπολεμικός έλληνας ποδοσφαιριστής.
    Σταμάτησε την μπάλα μόλις στα 22 του χρόνια, αλλά πρόλαβε κι έγινε «μύθος»…
  • Ο Δημήτρης και ο Άγγελος θα μπορούσαν να είναι οποιοσδήποτε από όλους εμάς που, έχοντας το τριφύλλι βαθιά μέσα στην καρδιά, ΔΕΝ ΞΕΝΕΡΩΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ…
Ar1stot3lis

Πηγή: greenzone.gr

Ετικέτες: Αγώνες ποδοσφαίρου.


Ο Σύλλογος Παλαιμάχων Αθλητών του Παναθηναϊκού Α.Ο. όλων των Αθλημάτων σας προσφέρει τη νέα υπηρεσία newsletter. Μέσω αυτής θα λαμβάνετε στο email σας ενημέρωση για τα τελευταία ιστορικά αθλητικά άρθρα, ανακοινώσεις, εκδηλώσεις του Συλλόγου μας.